Βρετανία: Φόρος σε αλάτι και ζάχαρη κατά της παχυσαρκίας;

Δεν είναι η πρώτη φορά -ίσως ούτε η τελευταία, όπως προδικάζουν ορισμένοι- που η βρετανική κυβέρνηση ετοιμάζεται για πόλεμο κατά της παχυσαρκίας.

Εδώ και τρεις δεκαετίες, διαδοχικές κυβερνήσεις στην Ντάουνινγκ Στριτ το έχουν επιχειρήσει και έχουν αποτύχει.

Αυτή τη φορά, η κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον δηλώνει αποφασισμένη.

Νεότερες μελέτες άλλωστε δείχνουν ότι, μέχρι το 2035 και με τις τρέχουσες τάσεις, η παχυσαρκία θα κοστίζει στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) περί τα 15 δισεκατομμύρια ετησίως -μιάμιση φορά περισσότερα απ’ ότι κοστίζουν σήμερα οι θεραπείες για καρκίνο.

Πλέον, το ένα τέταρτο των παιδιών ηλικίας 2-15 ετών -κυρίως από φτωχότερα βρετανικά νοικοκυριά- είναι υπέρβαρο ή παχύσαρκο.

Περισσότεροι από τους μισούς Άγγλους άνω των 45 ετών αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας που σχετίζονται με την κακή διατροφή τους. Σε αυτή, δε, αποδίδονται περίπου 64.000 θάνατοι ετησίως στην Αγγλία.

 Η δημοσιοποίηση, ωστόσο, του δεύτερου σκέλους έκθεσης της Εθνικής Στρατηγικής Τροφίμων -την εκπόνηση της οποίας ζήτησε η Ντάουνινγκ Στριτ το 2019- έκανε πολλά φρύδια να ανασηκωθούν με απορία.

Με επικεφαλής -παραδόξως- τον επιχειρηματία και συνιδρυτή αλυσίδας fast food, Χένρι Ντίμπλμπι, οι συντάκτες της προτείνουν, μεταξύ άλλων, την επιβολή φόρου 3 λιρών ανά κιλό ζάχαρης και 6 λιρών ανά κιλό αλατιού, στις πωλήσεις χονδρικής για τη μεταποίηση τροφίμων, σε εστιατόρια και σε επιχειρήσεις τροφοδοσίας (catering).

Μείωση κατά 30% της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος από τα αγγλικά νοικοκυριά, σε ορίζοντα δεκαετίας.

Μέχρι και συνταγογράφηση φρούτων και λαχανικών από το NHS, για την ενθάρρυνση στην υγιεινή διατροφή, πρωτίστως ατόμων και οικογενειών χαμηλού εισοδήματος.

Διχάζουν οι προτάσεις
Πρόκειται μόνο για μερικές από τις χαρακτηριζόμενες ως «ιστορικές» μεταρρυθμίσεις, με διακηρυγμένο στόχο την αλλαγή των διατροφικών συνηθειών των Άγγλων, καθώς και την προστασία του NHS και του περιβάλλοντος.

Για την αναγκαιότητά τους, οι συντάκτες της έκθεσης επικαλούνται και την πανδημία της Covid-19 ως ένα «οδυνηρό τεστ πραγματικότητας», τονίζοντας ότι ένα σημαντικό ποσοστό των θανάτων οφείλεται «και στην παχυσαρκία».

Ειδικά ο προτεινόμενος φόρος στη ζάχαρη και στο αλάτι, αναφέρουν, αναμένεται να έχει τριπλά οφέλη.

 Εκτιμούν ότι θα οδηγήσει στη μείωση της χρήσης τους στην βιομηχανία τροφίμων και στην παρασκευή εστιατορικών γευμάτων.

Υπολογίζουν ότι, εάν εφαρμοστεί ευρέως, θα βοηθήσει στην μείωση πρόσληψης έως και 38 θερμίδων την ημέρα και στην απώλεια βάρους 2 κιλών ανά άτομο, σε ετήσια βάση.

Και επισημαίνουν ότι θα φέρει στα κρατικά ταμεία έσοδα 3,4 εκατομμυρίων λιρών το χρόνο, τα οποία μπορούν να διοχετευτούν, από το 2024, στη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων.

Από την επέκταση των δωρεάν σχολικών γευμάτων, καλύπτοντας μεγαλύτερο ποσοστών οικονομικά ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, και την ενίσχυση της διατροφικής εκπαίδευσης στα σχολεία.

Έως προγράμματα λαϊκής επιμόρφωσης και ευαισθητοποίησης γύρω από τα πλεονεκτήματα της -κατά τα λοιπά σαφώς πιο ακριβής- υγιεινής διατροφής.

Οι συντάκτες της έκθεσης, μάλιστα, παραθέτουν ως επιτυχές παράδειγμα τη μείωση των ποσοστών ζάχαρης στα αναψυκτικά κατά ένα τρίτο, βάσει ορίου που θεσπίστηκε το 2018.  

Προς το παρόν, ωστόσο, εταιρείες τροφίμων προειδοποιούν με μετακύλιση τυχόν αυξημένου κόστους -μέσω ενός φόρου στο αλάτι και στη ζάχαρη- στους καταναλωτές.

Προοπτική που αναμφίβολα θα πλήξει περισσότερο τα φτωχότερα νοικοκυριά και, όπως φάνηκε από τις πρώτες δηλώσεις του, βάζουν ήδη σε δεύτερες σκέψεις τον Βρετανό πρωθυπουργό.

Έντονες ήταν, άλλωστε, και οι πρώτες αντιδράσεις από σημαντική μερίδα βουλευτών του κυβερνώντος κόμματός του.

Ως εκ τούτου, παραμένει άγνωστο εάν το μέτρο αυτό θα έχει τύχη, παρά την συνοδευτική πρόταση για πρόγραμμα 1,1 δισεκατομμυρίων λιρών ετησίως, προς στήριξη χαμηλού εισοδήματος νοικοκυριών με ανήλικα και εγκύων στην αγορά νωπών τροφίμων, μέσω και της χρήσης κουπονιών.
Με το βλέμμα μετά το Brexit
Μοιραία, η έκθεση εστιάζει και στο τοπίο που διαμορφώνεται μετά το Brexit -η αναταραχή γύρω από το οποίο συνεχίζεται με τον «πόλεμο των λουκάνικων» και το Πρωτόκολλο της Βόρειας Ιρλανδίας.

Οι συντάκτες της προειδοποιούν κατά των φθηνών και χαμηλών προδιαγραφών εισαγωγών, βάσει των νέων εμπορικών συμφωνιών που θα συνάψει το Λονδίνο.  

Καλεί την κυβέρνηση να συνεχίσει τουλάχιστον έως το 2029 τις γεωργικές επιδοτήσεις, ύψους 3 δισεκατομμυρίων λιρών ετησίως, με γνώμονα την αειφόρο γεωργία.

Προτείνει επένδυση ύψους 1 δισεκατομμυρίου λιρών στην καινοτομία για τη βελτίωση του συστήματος τροφίμων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ρομπότ και της τεχνητής νοημοσύνης, νέων γονιδιακών τεχνικών αναπαραγωγής και πρόσθετων στις ζωοτροφές, που θα συμβάλλουν στη μείωση της απελευθέρωσης μεθανίου από βοοειδή και πρόβατα.

Τάσσεται επίσης υπέρ της ενίσχυσης με 50 εκατομμύρια λίρες επιχειρηματιών και επιστημόνων που εργάζονται πάνω σε εναλλακτικές πρωτεΐνες ως προς το ζωικό κεφάλαιο.

Ζητούμενο, τονίζει, είναι να αποκτήσει το Ηνωμένο Βασίλειο μερίδιο στην ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά παραγωγής φυτικών υποκατάστατων κρέατος και κρεάτων εργαστηρίου.

 Εν αναμονή των κυβερνητικών προτάσεων
Η κυβέρνηση Τζόνσον έχει δεσμευτεί να φέρει προς ψήφιση νομοσχέδιο εντός εξαμήνου για την νέα στρατηγική τροφίμων.

Παραμένει όμως ακόμη άγνωστο εάν και πόσες από τις προτάσεις της έκθεσης θα περιλαμβάνει.

Προς το παρόν, έχει προαναγγελθεί η απαγόρευση μετάδοσης τηλεοπτικών και διαδικτυακών διαφημίσεων, που προωθούν ανθυγιεινά τρόφιμα, κατά τη διάρκεια της ημέρας, αρχής γενομένης από τα τέλη του 2022.

Πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστήμιου του Κέιμπριτζ, εν τω μεταξύ, καταδεικνύει ότι οι κυβερνητικές πολιτικές των τελευταίων 30 ετών κατά της παχυσαρκίας στην Αγγλία απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό για τρεις κυρίως λόγους.

Των προβλημάτων στην εφαρμογή τους.

Της έλλειψη άντλησης παραδειγμάτων από την αποτυχία προηγούμενων εγχειρημάτων.

Και της εμμονικής εστίασης στην προσπάθεια να πειστούν οι πολίτες να αλλάξουν διατροφικές συνήθειες, αντί να αντιμετωπίσουν τα ανθυγιεινά περιβάλλοντα και οι αιτίες που τις ενισχύουν.

https://www.in.gr

ΠΗΓΗ

Translate »